Ερωτικό

σαράντα παρθένες στο βωμό των μεγαλύτερων φαλλών της Ιστορίας
προσπαθούσαν να χωρέσουν το φεγγάρι στο μουνί τους
μήπως και γνωρίσουνε τον Έρωτα
το φεγγάρι όμως δεν έκαιγε
και ο Έρωτας χρειάζεται τη σπίθα των ματιών σου
τα σμιλεμένα σου πόδια, που περπάτησαν αναστεναγμούς πάνω από όμορφα αγόρια
τα φρουτώδη χείλη σου, που με ένα τους χαμόγελο νίκησαν τα πιο αστραφτερά και τα πιο αιχμηρά σπαθία του Ήφαιστου
τα μαρμαρένια στήθια σου, που χαρίζουνε ζωή σε ένα βρέφος και την κλέβουν από έναν έφηβο
ο Έρωτας δε θέλει ούτε χρόνο, ούτε ταχύτητα
ο Έρωτας θέλει εσένα
τις νύχτες που ξαπλώνεις στο μαραθώνα των μαλλιών σου

Immersion

Τα ζέστα μεσημέρια του Αυγούστου

βουτώ στα συντριβάνια των μεγαλουπόλεων του κόσμου και κλέβω τα χρυσά νομίσματα

όχι δα γιατί τα έχω ανάγκη

όχι δα γιατί έχω εκείνη τη γλυκιά έξαψη του κλέφτη

μήτε γιατί λαχταρώ τις ευχές των άλλων

μα για να γλιτώσω απ’ αυτό που μερικοί το ονομάζουν μοίρα

μη τυχόν και καταλήξω στο ζεστό κουφάρι κάποιας ξαναμμένης Πηνελόπης

Κ.Π.

Αναχωρήσεις 2

ποτέ σου να μη νιώσεις το σούβλισμα της αναχώρησης

κάποτε μου είπες να προσέχω τα “ποτέ” μου

κι όμως ποτέ δεν ήξερες γι’ αυτά που γράφω

και μου ζητάς τα ξημερώματα να σου εξηγήσω τα γραπτά μου

μα τί λέω, δεν ήσουν ποτέ εδώ ξημέρωμα

οι λέξεις μου σφυρηλατούνται-δυο χρόνια τώρα-από ατσάλι και από μοναξιά

και ποιος ξέρει τί θα κάνω όταν συμπληρωθούνε δέκα

κι εσύ κάθε ολόγιομο φεγγάρι αυτοκτονείς από έρωτα και λες “καλό μήνα” στον αγαπημένο σου

μήπως πεθάνεις και γίνεις πράγματι δική του

-η αγάπη είναι συγχωροχάρτι για τους βλάσφημους

κι εσύ πρόσεχες πάντοτε το στόμα σου

περπατάς γυμνή μες το σαλόνι σου, να μη φοράς τις στενές ζαρτιέρες ενός τρελού πατέρα

και ταξιδεύεις μέσα σε κάτι σενάρια και στίχους για Τροίες νικημένες και καρδιές διορθωμένες

άκουσα έζησες δυο έρωτες

παίρνω, λοιπόν, το θάρρος να σου πω “ποτέ”

ποτέ σου-μα ποτέ-να μη νιώσεις το σούβλισμα μιας άλλης αναχώρησης

βάψε τους τοίχους κόκκινους-τα χείλη σου μαβιά

βάλε το μακρύ σου φόρεμα

τσίριξε ποτέ και πέθανε στ’ αλήθεια

όχι από έρωτα

όχι από αναχωρήσεις

όχι από τρέλα 

μήτε από δρόμους που τις Κυριακές δεν αντέχεις πια να περπατάς

κι αναγκάστηκες να λατρεύεις άλλες μέρες, σκάρτες

μα πέθανε γιατί τ’ αξίζεις

πέθανε γιατί τ’ αντέχεις

πέθανε για να κριθείς

πέθανε για να βρεις τον εαυτό σου

ποτέ σου να μη νιώσεις το σούβλισμα της τελευταίας αναχώρησης

πέθανε αφότου έρθουν

οι βάρβαροι

πέθανε πριν φύγουν

τα φίδια τα καταραμένα

κι οι όμορφοι ήρωες που θαυμάζεις στις ισπανικές ταινίες

πέθανε όταν θα έρθω σπίτι μας

κι όταν σου ξαναπώ “ποτέ”

Ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα

αυτήν την εποχή του χρόνου

-μα τί λέω, πάντα χειμώνας είναι-

οι τρελοί βαφτίζονται καλλιτέχνες

και γεμάτα τα ψυχιατρεία από εκθέματα

αναρωτιέμαι για τί θα πεθαίνουν οι εραστές που θα γεννηθούν σε δυο χιλιάδες χρόνια

πιο ξαναμμένοι από ποτέ

θα παίζουν το βιντεοπαιχνίδι τους και θα κοιμούνται

και κάθε μεσημέρι, στο οικογενειακό τραπέζι κι ένας μικρός θάνατος

κανένας δε θα αξίζει να πεθαίνει από έρωτα

νικήσαμε το θάνατο

γίναμε αθάνατοι

γίναμε ανέραστοι

κι όμως ακόμα εραστές

Κ.Π.

Διάλογος 4

- Γεια σου.

- Γεια σου μωρό.

- Εσύ δεν έχεις τίποτα δικό σου να αναφέρεις στην συζήτησή μας;

- Σαν τί;

- Δεν ξέρω, κάτι που σε βαραίνει.

- Δεν έχω σκοπό να σε μετατρέψω σε ψυχολόγο μου, μην ανησυχείς.

- Το ελπίζω, δεν ανησυχώ.

- Δε θα ΄θελες.

- Δεν ξέρεις τί θα ΄θελα!

- Ξέρω τί δε θα ΄θελες.

- Πέρασε καιρός απ’ αυτά που ήξερες.

- Κι ακόμα μερικά πράγματα είναι ίδια.

- Δεν είμαστε τίποτα νορμάλ να αλλάζουμε τόσο γρήγορα.

- Μίλα για τον εαυτό σου.

- Πάλι τα ίδια;

- Ορίστε;

- Παραφέρομαι.

- Μάλλον.

- Να αυτά δε μου αρέσουν, τα τόσο σκληρά τείχη σου.

- Αν υπάρχει τοίχος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, μαζί θα τον έχτισαν.

- Σ’ αγάπησα για τις λέξεις σου.

- Καληνύχτα Κωνσταντίνε.

- Καληνύχτα αγάπη μου.

Η συνταγή της επιτυχίας

“αναρωτιέμαι, τί ήταν αυτό με εσένα και το γράψιμο;”, με μαλώνει.

λοιπόν, δεν είναι δα και κανά της ανθρωπότης άλυτο μυστήριο.

παραδοσιακά τα υλικά και εκτελεσμένα από της Λήθης τη Μεγάλη Μέγαιρα

σαρανταδυο χρονώ τρελός πατέρας
μια πρέζα θανάτου σκόνης ξαναμμένη
ένα ματσάκι λέξεις

τηγανίζουμε τον μπαμπάκα και τις λέξεις για είκοσι χρόνια σε σιγανή φωτιά

προσθέτουμε τη σκόνη

σβήνουμε με χίλια ποτήρια κόκκινο της κόλασης κρασί

σερβίρουμε στο πρόσωπο 

Το συγχωροχάρτι

τα τελευταία βράδια συνηθίζω να ονειρεύομαι την κηδεία μου

τα έχω οργανώσει όλα

μερικά δίστιχα

άλλα δύστυχα

και δέκα ζωντανούς-κατά προτίμηση συγγενείς πρώτου βαθμού-να τους λυπάμαι

για τους αγαπημένους μου θα έχω μερικά περίστροφα

βαριούνται, βλέπετε, τις κοινωνικές εκδηλώσεις

στα μεγάφωνα δε θα ακούγεται κάποιο από τα εννιά πληρωμένα τραγούδια

μα οι κατάρες μου γι’ αυτούς που μένουνε

και πάνω απ’ την ταφόπλακά μου μην αφήνετε λουλούδια-ξέρετε πως τα μισώ

μονάχα κάποιο μυστικό σας και μερικά τσιγάρα

αρκούν αυτά για τα πρώτα χίλια χρόνια

κι αν όχι, καλά είναι κι έτσι

Κ.Π.

πυρ(ώ)

κι ίσως πάλι

μερικοί

να ερωτευόμαστε τους καθρέφτες μας

είτε δρόμους, είτε ανάδρομους

ανθρώπους

που οδηγούν και που ποτέ δεν έφτασαν

στο μεταξύ, οι κήποι του παραδείσου είναι γεμάτοι

αρκεί απλά να θέλεις να πεθάνεις

γέμισαν οι δρόμοι πεθαμένους

κι οι παράδεισοι ερωτευμένους

Κ.Π.

Relax my beloved

Παράνοιας και δυστυχίας γωνία.
07:53

Του ζήτησε σκοινί για να τη δέσει.

“Αφού δεν μπορείς με την καρδιά σου, δέσε με στ’ αλήθεια.”

Σηκώθηκε, πήγε στην αποθήκη και βρήκε ένα

-το ‘χε αγοράσει τότε που ήθελε να κρεμαστεί.

Είχε κι όλας κρεμαστεί.

Τί ανόητη κι αυτή! Δεν ήξερε πως στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί;

Ενός λεπτού ναζί

μακάριους μας λένε στα ποιήματα εμάς

που οι δυσκολίες μας χτυπούσανε την εξώπορτα τα μεσημέρια

που ο πόνος μας έφερνε διλήμματα: μακαρόνια ή τζιν για να νιώσουμε χορτάτοι;

εμάς που μας νομίζαν δυνατούς, επειδή τυγχάνει να ‘χουμε δυο στίχους σαν ξυράφι να κρυφτούμε απ’ τον τρόμο

μα η αλήθεια μας ξεμπροστιάζει πάνω στη λευκη κόλλα

και μακάριοι αυτοί που ο νους τους οξυδερκής και θετικός για να μας κρίνουν με τρία δάχτυλα-σαν χαιρετισμό ναζιστικό

δύο για το κρασί που θα βάλουν στο ποτήρι τους και ένα για να μας σημαδεύουν με την πένα τους

Κ.Π.