ποτέ σου να μη νιώσεις το σούβλισμα της αναχώρησης
κάποτε μου είπες να προσέχω τα “ποτέ” μου
κι όμως ποτέ δεν ήξερες γι’ αυτά που γράφω
και μου ζητάς τα ξημερώματα να σου εξηγήσω τα γραπτά μου
μα τί λέω, δεν ήσουν ποτέ εδώ ξημέρωμα
οι λέξεις μου σφυρηλατούνται-δυο χρόνια τώρα-από ατσάλι και από μοναξιά
και ποιος ξέρει τί θα κάνω όταν συμπληρωθούνε δέκα
κι εσύ κάθε ολόγιομο φεγγάρι αυτοκτονείς από έρωτα και λες “καλό μήνα” στον αγαπημένο σου
μήπως πεθάνεις και γίνεις πράγματι δική του
-η αγάπη είναι συγχωροχάρτι για τους βλάσφημους
κι εσύ πρόσεχες πάντοτε το στόμα σου
περπατάς γυμνή μες το σαλόνι σου, να μη φοράς τις στενές ζαρτιέρες ενός τρελού πατέρα
και ταξιδεύεις μέσα σε κάτι σενάρια και στίχους για Τροίες νικημένες και καρδιές διορθωμένες
άκουσα έζησες δυο έρωτες
παίρνω, λοιπόν, το θάρρος να σου πω “ποτέ”
ποτέ σου-μα ποτέ-να μη νιώσεις το σούβλισμα μιας άλλης αναχώρησης
βάψε τους τοίχους κόκκινους-τα χείλη σου μαβιά
βάλε το μακρύ σου φόρεμα
τσίριξε ποτέ και πέθανε στ’ αλήθεια
όχι από έρωτα
όχι από αναχωρήσεις
όχι από τρέλα
μήτε από δρόμους που τις Κυριακές δεν αντέχεις πια να περπατάς
κι αναγκάστηκες να λατρεύεις άλλες μέρες, σκάρτες
μα πέθανε γιατί τ’ αξίζεις
πέθανε γιατί τ’ αντέχεις
πέθανε για να κριθείς
πέθανε για να βρεις τον εαυτό σου
ποτέ σου να μη νιώσεις το σούβλισμα της τελευταίας αναχώρησης
πέθανε αφότου έρθουν
οι βάρβαροι
πέθανε πριν φύγουν
τα φίδια τα καταραμένα
κι οι όμορφοι ήρωες που θαυμάζεις στις ισπανικές ταινίες
πέθανε όταν θα έρθω σπίτι μας
κι όταν σου ξαναπώ “ποτέ”